ζυγώνω


ζυγώνω
[зигоно] ρ. (μτβ ) приближать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζυγώνω" в других словарях:

  • ζυγώνω — ζυγώνω, ζύγωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ζυγώνω — (Μ ζυγῶ, όω, Μ και ζυγώνω) 1. τοποθετώ κάτω από ζυγό, συνάπτω, συνδέω, ενώνω, συναρμόζω («ζυγώνει τις δύο άκρες και έπειτα τίς ράβει») 2. μτφ. υποτάσσω, υποδουλώνω, δαμάζω κάποιον νεοελλ. 1. (για χρονικές εποχές, εορτές ή γεγονότα) πλησιάζω,… …   Dictionary of Greek

  • ζυγώνω — ζύγωσα 1. πλησιάζω: Δε ζυγώνει σε κανένα. – Ζυγώνει η μέρα του γάμου του. 2. συχνάζω: Δε ζυγώνει στο σπίτι μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλ(ο) — (AM καλ[ο]·) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθ. στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τ. (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β συνθετικό, πρβλ. καλό καρδος, καλο τάξιδος) με… …   Dictionary of Greek

  • αζύγωτος — η, ο [ζυγώνω] 1. (για ζώα) αυτός που δεν μπήκε ακόμη κάτω από τον ζυγό 2. (για πράγματα ή τοποθεσίες) αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν ζυγώσει, απλησίαστος, απροσπέλαστος 3. (για πρόσωπα) ακοινώνητος, δύστροπος, απρόσιτος 4. αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • ζυγωτός — ή, ό (Α ζυγωτός, ή, όν) νεοελλ. 1. αυτός που βρίσκεται κοντά, που ζύγωσε, που έχει πλησιάσει, ο κοντινός 2. το ουδ. ως ουσ. το ζυγωτό βιολ. το γονιμοποιημένο ωάριο που παράγεται από τη σύζευξη δύο ετερόφυλων γαμετών αρχ. (για άρματα, άμαξες… …   Dictionary of Greek

  • ζυγώ — (I) (Α ζυγῶ, έω) [ζυγόν] στέκομαι, τοποθετούμαι μαζί με άλλους παραπλεύρως κατά μέτωπο, στον ίδιο ζυγό, δηλ. στην ίδια ευθεία γραμμή παράταξης νεοελλ. φρ. «ζυγείτε επί δεξιά» παράγγελμα για να ευθυγραμμιστούν όλοι οι γυμναζόμενοι με αυτόν που… …   Dictionary of Greek

  • καλοζυγώνω — (Μ) πλησιάζω προσεκτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο) * (< επίρρ. καλά) + ζυγώνω] …   Dictionary of Greek

  • κοντοζυγώνω — 1. προσεγγίζω, πλησιάζω, έρχομαι κοντά 2. (τριτοπρόσ.) κοντοζυνώνει φθάνει η ώρα, πλησιάζει, κοντεύει («κοντοζυγώνει να νυχτώσει») 3. φρ. «τήν κοντοζύγωσε» τήν πλησίασε με ερωτική διάθεση, τή διπλάρωσε. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοντ(ο) * + ζυγώνω] …   Dictionary of Greek

  • παραδώνω — παραδίδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. παρέδωσα τού παραδίδω κατά το σχήμα: ζύγωσα > ζυγώνω] …   Dictionary of Greek